Την πρώτη φορά που διαβάζεις Παπαδιαμάντη, ίσως δεν καταλάβεις. Είναι μια γλώσσα που μυρίζει λιβάνι και παλιό ξύλο, με λέξεις που δεν ακούς πλέον. Κι όμως κάτι σε κρατάει. Ίσως είναι η Σελήνη που γέρνει πάνω από έναν μοναχικό ήρωα, ίσως μια θλίψη που σου μοιάζει. Κάπως έτσι, τα κλασικά κείμενα όσο μακρινά κι αν φαίνονται μπορούν να μιλήσουν πιο άμεσα στην εφηβεία απ΄ ότι νομίζουμε.
1.Εφηβεία: Η ηλικία της απορίας και της σύγκρουσης.
Η εφηβεία δεν είναι απλώς μια ηλικία, είναι μια σύγκρουση. Με τους άλλους, με τον εαυτό σου, με το παρελθόν που φεύγει και το μέλλον που σε φοβίζει.
Ο Παπαδιαμάντης μέσα από τους ήρωές τους συνήθως μοναχικούς, περιθωριακούς, παγιδευμένους σε κοινωνικούς ή εσωτερικούς κανόνες περιγράφει ακριβώς αυτήν τη ρήξη. Μπορεί να μην τους αποκαλεί «έφηβους», αλλά ο ψυχισμός τους έχει την ίδια αστάθεια, την ίδια βαθιά ερώτηση: «Ποιος είμαι;»
2. Η σελήνη, η θάλασσα και η εσωτερικότητα.
Οι έφηβοι νιώθουν τα πάντα έντονα, τη ντροπή, την έλξη, την απογοήτευση. Και η λογοτεχνία του Παπαδιαμάντη είναι γεμάτη από υπαρξιακή ευαισθησία. Η φύση δεν είναι διακοσμητικό φόντο αλλά καθρέφτης ψυχής. Όταν ο ήρως στο «Όνειρο στο κύμα» βλέπει το κορίτσι που τον μαγεύει να απομακρύνεται, δεν είναι απλώς μια χαμένη αγάπη είναι η ήττα μιας ελπίδας. Τι πιο «έφηβο» από αυτό;
3. Η ταύτιση μέσα από τη σιωπή.
Δε χρειάζεται να είναι «μοντέρνο» ένα κείμενο για να σε αγγίξει. Οι έφηβοι έχουν ένα ραντάρ που πιάνει την αλήθεια, ακόμα και αν είναι τυλιγμένη σε καθαρεύουσα. Ο Παπαδιαμάντης μιλάει για τη μοναξιά, για τον έρωτα που δεν τολμά, για ανθρώπους που πνίγονται στη σιωπή τους. Κι αν υπάρχει μια εμπειρία κοινή στην εφηβεία, αυτή είναι το αίσθημα ότι κανείς δεν σε καταλαβαίνει.
4. Το «παλιό» γίνεται καινούργιο όταν σε αφορά.
Μήπως ήρθε η ώρα να ξαναδιαβάσουμε τα κλασικά όχι σαν υποχρεωτική διδακτιαία ύλη αλλά σαν καθρέφτες που απλώς δεν έχουν σπάσει ακόμα; Οι ήρωες του Παπαδιαμάντη, της Διδώς Σωτήριου , του Ξενόπουλου είναι φορείς μιας εσωτερικής φλόγας που μοιάζει απελπιστικά με την εφηβική.
Η εφηβεία δεν έχει ανάγκη από εύκολες απαντήσεις.
Οι έφηβοι δε χρειάζονται να καταλάβουν τα κλασικά κείμενα, αρκεί να τα νιώσουν. Να μεταφέρουμε το συναίσθημα πέραν της αυστηρής λογοτεχνικής γραμμής. Και κάπου εκεί κάτω απ’ τη σελήνη μπορεί να συναντήσουν για πρώτη φορά πως σε όλες τις εποχές οι άνθρωποι αλυσοδένονται από τους ίδιους δαίμονες και αναζητούν τα ίδια αστέρια στον ουρανό.
(Διαβάστε το «Όνειρο στο κύμα» του Α. Παπαδιαμάντη).
O Παπαδιαμάντης σ’ ένα καθηλωτικό απόσπασμα από τη «Φόνισσα»
Αλέξανδρος Παπαδιμάντης – Όνειρο στο κύμα.
Ἤμην πτωχόν βοσκόπουλον εἰς τά ὄρη. Δεκαοκτώ ἐτῶν, καί δέν ἤξευρα ἀκόμη ἄλφα. Χωρίς νά τό ἠξεύρω, ἤμην εὐτυχής. Τήν τελευταίαν φοράν ὁπού ἐγεύθην τήν εὐτυχίαν ἦτον τό θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 187… Ἤμην ὡραῖος ἔφηβος, κ’ ἔβλεπα τό πρωίμως στρυφνόν,1 ἡλιοκαές πρόσωπόν μου νά γυαλίζεται εἰς τά ρυάκια καί τάς βρύσεις, κ’ ἐγύμναζα τό εὐλύγιστον, ὑψηλόν ἀνάστημά μου ἀνά τούς βράχους καί τά βουνά.
Τόν χειμῶνα πού ἤρχισ’ εὐθύς κατόπιν μ’ ἐπῆρε πλησίον του ὁ γηραιός πάτερ Σισώης, ἤ Σισώνης, καθώς τόν ὠνόμαζον οἱ χωρικοί μας, καί μ’ ἔμαθε γράμματα. Ἦτον πρῴην διδάσκαλος, καί μέχρι τέλους τόν προσηγόρευον ὅλοι εἰς τήν κλητικήν «δάσκαλε». Εἰς τούς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως ἦτον μοναχός καί διάκονος. Εἶτα2 ἠγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς ἔλεγαν, τήν ἔκλεψεν, ἀπό ἕνα χαρέμι τῆς Σμύρνης, τήν ἐβάπτισε καί τήν ἐνυμφεύθη.
Εὐθύς μετά τήν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἐπί Καποδίστρια κυβερνήτου, ἐδίδασκεν εἰς διάφορα σχολεῖα ἀνά τήν Ἑλλάδα, καί εἶχεν οὐ μικράν φήμην, ὑπό τό ὄνομα «ὁ Σωτηράκης ὁ δάσκαλος». Ἀργότερα ἀφοῦ ἐξησφάλισε τήν οἰκογένειάν του, ἐνθυμήθη τήν παλαιάν ὑποχρέωσίν του, ἐφόρεσε καί πάλιν τά ράσα, ὡς ἁπλοῦς μοναχός τήν φοράν ταύτην, κωλυόμενος νά ἱερατεύῃ, κ’ ἐγκαταβίωσεν ἐν μετανοίᾳ, εἰς τό Κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐκεῖ ἔκλαυσε τό ἁμάρτημά του, τό ἔχον γενναίαν ἀγαθοεργίαν ὡς ἐξόχως ἐλαφρυντικήν περίστασιν, καί λέγουν ὅτι ἐσώθη.
Ἀφοῦ ἔμαθα τά πρῶτα γράμματα πλησίον τοῦ γηραιοῦ Σισώη, ἐστάλην ὡς ὑπότροφος τῆς μονῆς εἴς τινα κατ’ ἐπαρχίαν ἱερατικήν σχολήν, ὅπου κατετάχθην ἀμέσως εἰς τήν ἀνωτέραν τάξιν, εἶτα εἰς τήν ἐν Ἀθήναις Ριζάρειον. Τέλος, ἀρχίσας τάς σπουδάς μου σχεδόν εἰκοσαέτης, ἐξῆλθα τριακοντούτης ἀπό τό Πανεπιστήμιον· ἐξῆλθα δικηγόρος μέ δίπλωμα προλύτου…
Μεγάλην προκοπήν, ἐννοεῖται, δέν ἔκαμα. Σήμερον ἐξακολουθῶ νά ἐργάζωμαι ὡς βοηθός ἀκόμη εἰς τό γραφεῖον ἐπιφανοῦς τινος δικηγόρου καί πολιτευτοῦ ἐν Ἀθήναις, τόν ὁποῖον μισῶ, ἀγνοῶ ἐκ ποίας σκοτεινῆς ἀφορμῆς, ἀλλά πιθανῶς ἐπειδή τόν ἔχω προστάτην καί εὐεργέτην. Καί εἶμαι περιωρισμένος καί ἀνεπιτήδειος οὐδέ δύναμαι νά ὠφεληθῶ ἀπό τήν θέσιν τήν ὁποίαν κατέχω πλησίον τοῦ δικηγόρου μου, θέσιν οἱονεί αὐλικοῦ.
Καθώς ὁ σκύλος, ὁ δεμένος μέ πολύ κοντόν σχοινίον εἰς τήν αὐλήν τοῦ αὐθέντου του, δέν ἠμπορεῖ νά γαυγίζῃ οὔτε νά δαγκάσῃ ἔξω ἀπό τήν ἀκτῖνα καί τό τόξον τά ὁποῖα διαγράφει τό κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ ἐγώ δέν δύναμαι οὔτε νά εἴπω, οὔτε νά πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ ὅσον μοῦ ἐπιτρέπει ἡ στενή δικαιοδοσία τήν ὁποίαν ἔχω εἰς τό γραφεῖον τοῦ προϊσταμένου μου.
Ἡ τελευταία χρονιά πού ἤμην ἀκόμη φυσικός ἄνθρωπος ἦτον τό θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 187… Ἤμην ὡραῖος ἔφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ’ ἔβοσκα τάς αἶγας τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τά ὄρη τά παραθαλάσσια, τ’ ἀνερχόμενα ἀποτόμως διά κρημνώδους ἀκτῆς, ὕπερθεν τοῦ κράτους τοῦ Βορρᾶ καί τοῦ πελάγους. Ὅλον τό κατάμερον ἐκεῖνο, τό καλούμενον Ξάρμενο, ἀπό τά πλοῖα τά ὁποῖα κατέπλεον ξάρμενα ἤ ξυλάρμενα, ἐξωθούμενα ἀπό τάς τρικυμίας, ἦτον ἰδικόν μου.
Ἡ πετρώδης, ἀπότομος ἀκτή του, ἡ Πλατάνα, ὁ Μέγας Γιαλός, τό Κλῆμα, ἔβλεπε πρός τόν Καικίαν, καί ἦτον ἀναπεπταμένη πρός τόν Βορρᾶν. Ἐφαινόμην κ’ ἐγώ ὡς νά εἶχα μεγάλην συγγένειαν μέ τούς δύο τούτους ἀνέμους, οἱ ὁποῖοι ἀνέμιζαν τά μαλλιά μου, καί τά ἔκαμναν νά εἶναι σγουρά ὅπως οἱ θάμνοι κ’ αἱ ἀγριελαῖαι, τάς ὁποίας ἐκύρτωναν μέ τό ἀκούραστον φύσημά των, μέ τό αἰώνιον τῆς πνοῆς των φραγγέλιον.
Ὅλα ἐκεῖνα ἦσαν ἰδικά μου. Οἱ λόγγοι, αἱ φάραγγες, αἱ κοιλάδες, ὅλος ὁ αἰγιαλός, καί τά βουνά. Τό χωράφι ἦτον τοῦ γεωργοῦ μόνον εἰς τάς ἡμέρας πού ἤρχετο νά ὀργώσῃ ἤ νά σπείρῃ, κ’ ἔκαμνε τρίς τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, κ’ ἔλεγεν: «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σπέρνω αὐτό τό χωράφι, γιά νά φᾶνε ὅλ’ οἱ ξένοι κ’ οἱ διαβάτες, καί τά πετεινά τ’ οὐρανοῦ, καί νά πάρω κ’ ἐγώ τόν κόπο μου!»
Ἐγώ, χωρίς ποτέ νά ὀργώσω ἤ νά σπείρω, τό ἐθέριζα ἐν μέρει. Ἐμιμούμην τούς πεινασμένους μαθητάς τοῦ Σωτῆρος, κ’ ἔβαλλα εἰς ἐφαρμογήν τάς διατάξεις τοῦ Δευτερονομίου χωρίς νά τάς γνωρίζω.
Τῆς πτωχῆς χήρας ἦτον ἡ ἄμπελος μόνον εἰς τάς ὥρας πού ἤρχετο ἡ ἰδία διά νά θειαφίσῃ, ν’ ἀργολογήσῃ, νά γεμίσῃ ἕνα καλάθι σταφύλια, ἤ νά τρυγήσῃ, ἄν ἔμενε τίποτε διά τρύγημα. Ὅλον τόν ἄλλον καιρόν ἦτον κτῆμα ἰδικόν μου.
Μόνους ἀντιζήλους εἰς τήν νομήν καί τήν κάρπωσιν ταύτην εἶχα τούς μισθωτούς τῆς δημαρχίας, τούς ἀγροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἐπί τῇ προφάσει, ὅτι ἐφύλαγαν τά περιβόλια τοῦ κόσμου, ἐννοοῦσαν νά ἐκλέγουν αὐτοί τάς καλυτέρας ὀπώρας. Αὐτοί πράγματι δέν μοῦ ἤθελαν τό καλόν μου. Ἦσαν τρομεροί ἀνταγωνισταί δι’ ἐμέ.
Τό κυρίως κατάμερόν μου ἦτο ὑψηλότερα, ἔξω τῆς ἀκτῖνος τῶν ἐλαιώνων καί ἀμπέλων, ἐγώ ὅμως συχνά ἐπατοῦσα τά σύνορα. Ἐκεῖ παραπάνω, ἀνάμεσα εἰς δύο φάραγγας καί τρεῖς κορυφάς, πλήρεις ἀγρίων θάμνων, χόρτου καί χαμωκλάδων, ἔβοσκα τά γίδια τοῦ Μοναστηρίου. Ἤμην «παραγυιός», ἀντί μισθοῦ πέντε δραχμῶν τόν μῆνα, τάς ὁποίας ἀκολούθως μοῦ ηὔξησαν εἰς ἕξ. Σιμά εἰς τόν μισθόν τοῦτον, τό Μοναστήρι μοῦ ἔδιδε καί φασκιές διά τσαρούχια, καί ἄφθονα μαῦρα ψωμία ἤ πίττες, καθώς τά ὠνόμαζαν οἱ καλόγηροι.
Μόνον διαρκῆ γείτονα, ὅταν κατηρχόμην κάτω, εἰς τήν ἄκρην τῆς περιοχῆς μου, εἶχα τόν κύρ Μόσχον, ἕνα μικρόν ἄρχοντα λίαν ἰδιότροπον. Ὁ κυρ Μόσχος ἐκατοίκει εἰς τήν ἐξοχήν, εἰς ἕνα ὡραῖον μικρόν πύργον μαζί μέ τήν ἀνεψιάν του τήν Μοσχούλαν, τήν ὁποίαν εἶχεν υἱοθετήσει, ἐπειδή ἦτον χηρευμένος καί ἄτεκνος. Τήν εἶχε προσλάβει πλησίον του, μονογενῆ, ὀρφανήνἐκ κοιλίας μητρός, καί τήν ἠγάπα ὡς νά ἦτο θυγάτηρ του.
Ὁ κύρ Μόσχος εἶχεν ἀποκτήσει περιουσίαν εἰς ἐπιχειρήσεις καί ταξίδια. Ἔχων ἐκτεταμένον κτῆμα εἰς τήν θέσιν ἐκείνην, ἔπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας νά τοῦ πωλήσουν τούς ἀγρούς των, ἠγόρασεν οὕτως ὀκτώ ἤ δέκα συνεχόμενα χωράφια, τά περιετοίχισεν ὅλα ὁμοῦ, καί ἀπετέλεσεν ἕν μέγα διά τόν τόπον μας κτῆμα, μέ πολλῶν ἑκατοντάδων στρεμμάτων ἔκτασιν. Ὁ περίβολος διά νά κτισθῇ ἐστοίχισε πολλά, ἴσως περισσότερα ἤ ὅσα ἤξιζε τό κτῆμα· ἀλλά δέν τόν ἔμελλε δι’ αὐτά τόν κύρ Μόσχον θέλοντα νά ἔχῃ χωριστόν οἱονεί βασίλειον δι’ ἑαυτόν καί διά τήν ἀνεψιάν του.
Ἔκτισεν εἰς τήν ἄκρην πυργοειδῆ ὑψηλόν οἰκίσκον, μέ δύο πατώματα, ἐκαθάρισε καί περιεμάζευσε τούς ἐσκορπισμένους κρουνούς τοῦ νεροῦ, ἤνοιξε καί πηγάδι πρός κατασκευήν μαγγάνου διά τό πότισμα. Διήρεσε τό κτῆμα εἰς τέσσαρα μέρη· εἰς ἄμπελον, ἐλαιῶνα, ἀγροκήπιον μέ πλῆθος ὀπωροφόρων δένδρων καί κήπους μέ αἱμασιάς ἤ μποστάνια. Ἐγκατεστάθη ἐκεῖ, κ’ ἔζη διαρκῶς εἰς τήν ἐξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εἰς τήν πολίχνην. Τό κτῆμα ἦτον παρά τό χεῖλος τῆς θαλάσσης, κ’ ἐνῷ ὁ ἐπάνω τοῖχος ἔφθανεν ὥς τήν κορυφήν τοῦ μικροῦ βουνοῦ, ὁ κάτω τοῖχος, μέ σφοδρόν βορρᾶν πνέοντα, σχεδόν ἐβρέχετο ἀπό τό κῦμα.
Ὁ κύρ Μόσχος εἶχεν ὡς συντροφιάν τό τσιμπούκι του, τό κομβολόγι του, τό σκαλιστήρι του καί τήν ἀνεψιάν του τήν Μοσχούλαν. Ἡ παιδίσκη θά ἦτον ὥς δύο ἔτη νεωτέρα ἐμοῦ. Μικρή ἐπήδα ἀπό βράχον εἰς βράχον, ἔτρεχεν ἀπό κολπίσκον εἰς κολπίσκον, κάτω εἰς τόν αἰγιαλόν, ἔβγαζε κοχύλια, κ’ ἐκυνηγοῦσε τά καβούρια. Ἦτον θερμόαιμος καί ἀνήσυχος ὡς πτηνόν τοῦ αιγιαλού. Ἦτον ὡραία μελαχροινή, κ’ ἐνθύμιζε τήν νύμφην τοῦ ᾌσματος τήν ἡλιοκαυμένην, τήν ὁποίαν οἱ υἱοί τῆς μητρός της εἶχαν βάλει νά φυλάῃ τ’ ἀμπέλια· «Ἰδού εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδού εἶ καλή· ὀφθαλμοί σου περιστεραί…» Ὁ λαιμός της, καθώς ἔφεγγε καί ὑπέφωσκεν ὑπό τήν τραχηλιάν της, ἦτον ἀπείρως λευκότερος ἀπό τόν χρῶτα τοῦ προσώπου της.
Ἦτον ὠχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα καί μοῦ ἐφαίνετο νά ὁμοιάζῃ μέ τήν μικρήν στέρφαν αἶγα, τήν μικρόσωμον καί λεπτοφυῆ, μέ κατάστιλπνον τρίχωμα, τήν ὁποίαν ἐγώ εἶχα ὀνομάσει Μοσχούλαν. Τό παράθυρον τοῦ πύργου τό δυτικόν ἠνοίγετο πρός τόν λόγγον, ὁ ὁποῖος ἤρχιζε νά βαθύνεται πέραν τῆς κορυφῆς τοῦ βουνοῦ, ὅπου ἦσαν χαμόκλαδα, εὐώδεις θάμνοι, καί ἀργιλλώδης γῆ τραχεία. Ἐκεῖ ἤρχιζεν ἡ περιοχή μου. Ἕως ἐκεῖ κατηρχόμην συχνά, κ’ ἔβοσκα τάς αἶγας τῶν καλογήρων, τῶν πνευματικῶν πατέρων μου.
Μίαν ἡμέραν, δέν ἠξεύρω πῶς, ἐνῷ ἐμέτρουν καθώς ἐσυνήθιζα τάς αἶγάς μου (ἦσαν ὅλαι πενηνταέξ κατ’ ἐκεῖνον τόν χρόνον· ἄλλοτε ἀνεβοκατέβαινεν ὁ ἀριθμός των μεταξύ ἑξῆντα καί σαρανταπέντε), ἡ Μοσχούλα, ἡ εὐνοουμένη μου κατσίκα, εἶχε μείνει ὀπίσω, καί δέν εὑρέθη εἰς τό μέτρημα. Τάς εὕρισκα ὅλας . Ἐάν ἔλειπεν ἄλλη κατσίκα, δέν θά παρετήρουν ἀμέσως τήν ταυτότητα, ἀλλά μόνον τήν μονάδα πού ἔλειπεν ἀλλ’ ἡ ἀπουσία τῆς Μοσχούλας ἦτον ἐπαισθητή. Ἐτρόμαξα. Τάχα ὁ ἀετός μοῦ τήν ἐπῆρε;
Εἰς τά μέρη ἐκεῖνα, τά κάπως χαμηλότερα, οἱ ἀετοί δέν κατεδέχοντο νά μᾶς ἐπισκέπτωνται συχνά. Τό μέγα ὁρμητήριόν των ἦτον ὑψηλά πρός δυσμάς, εἰς τό κατάλευκον πετρῶδες βουνόν, τό καλούμενον Ἀετοφωλιά φερωνύμως. Ἀλλά δέν μοῦ ἐφαίνετο ὅλως παράδοξον ἤ ἀνήκουστον πρᾶγμα ὁ ἀετός νά κατῆλθεν ἐκτάκτως, τρωθείς ἀπό τά κάλλη τῆς Μοσχούλας, τῆς μικρᾶς κατσίκας μου.
Ἐφώναζα ὡς τρελός:
— Μοσχούλα!… ποῦ εἶν’ ἡ Μοσχούλα;
Οὔτε εἶχα παρατηρήσει τήν παρουσίαν τῆς Μοσχούλας, τῆς ἀνεψιᾶς τοῦ κύρ Μόσχου ἐκεῖ σιμά. Αὐτή ἔτυχε νά ἔχῃ ἀνοικτόν τό παράθυρον. Ὁ τοῖχος τοῦ περιβόλου τοῦ κτήματος, καί ἡ οἰκία ἡ ἀκουμβῶσα ἐπάνω εἰς αὐτόν, ἀπεῖχον περί τά πεντακόσια βήματα ἀπό τήν θέσιν ὅπου εὑρισκόμην ἐγώ μέ τάς αἶγάς μου. Καθώς ἤκουσε τάς φωνάς μου, ἡ παιδίσκη ἀνωρθώθη, προέκυψεν εἰς τό παράθυρον καί ἔκραξε:
— Τί ἔχεις καί φωνάζεις;
Ἐγώ δέν ἤξευρα τί νά εἴπω· ἐν τοσούτῳ ἀπήντησα:
— Φωνάζω ἐγώ τήν κατσίκα μου, τή Μοσχούλα!… Μέ σένα δέν ἔχω νά κάμω.
Καθώς ἤκουσε τήν φωνήν μου, ἔκλεισε τό παράθυρον κ’ ἔγινεν ἄφαντη.
Μίαν ἄλλην ἡμέραν μέ εἶδε πάλιν ἀπό τό παράθυρόν της εἰς ἐκείνην τήν ἰδίαν θέσιν. Ἤμην πλαγιασμένος εἰς ἕνα ἴσκιον, ἄφηνα τάς αἶγάς μου νά βόσκουν κ’ ἐσφύριζα ἕνα ἦχον, ἕν ᾆσμα τοῦ βουνοῦ αἰπολικόν.
Δέν ἠξεύρω πῶς τῆς ἦλθε νά μοῦ φωνάξῃ:
— Ἔτσι ὅλο τραγουδεῖς!… Δέ σ’ ἄκουσα ποτέ μου νά παίζῃς τό σουραύλι!…. Βοσκός καί νά μήν ἔχῃ σουραύλι, σάν παράξενο μοῦ φαίνεται!…
Εἶχα ἐγώ σουραύλι (ἤτοι φλογέραν), ἀλλά δέν εἶχα ἀρκετόν θράσος ὥστε νά παίζω ἐν γνώσει ὅτι θά μέ ἤκουεν αὐτή… Τήν φοράν ταύτην ἐφιλοτιμήθην νά παίξω πρός χάριν της, ἀλλά δέν ἠξεύρω πῶς τῆς ἐφάνη ἡ τέχνη μου ἡ αὐλητική. Μόνον ἠξεύρω ὅτι μοῦ ἔστειλε δι’ ἀμοιβήν ὀλίγα ξηρά σῦκα, κ’ ἕνα τάσι γεμᾶτο πετμέζι…
(Πηγή λογοτεχνικού κειμένου)
Διαβάστε περισσότερα από τη λογοτεχνική μας πραμάτεια.
- Ο υπαρξιακός «ιδρώτας» του Καραγάτση: «Ο έρωτας είναι ένα χρέος προς …»
- Η συμβουλή της Ελένης Αρβελέρ: «Μπροστά στα παιδιά πρέπει να είσαι …»
- Δύο ελληνικά βιβλία που θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία (αν όχι, τουλάχιστον να τα διαβάσουμε όλοι)
- Η πιο σκληρή αλήθεια της Μαλβίνας για τον έρωτα: «Πάλι κολλάς, για να γλιτώσεις από μια…»
- Χέμινγουεϊ: «Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον είναι να…»